Thursday, January 5, 2017

Η "ΑΜΜΟΣ"...........μνήμες της Σπυριδούλας



          Κάπως έτσι θυμάμαι και εγώ το νησί μου.....μια μεγάλη, ζεστή παραλία. Μπρός τα πόδια μας η θάλασσα, φορούσαμε το μαγιό και τα τσόκαρα, ανοίγαμε την πόρτα του σπιτιού μας και τρέχαμε στην "Άμμο". Η γιαγιά μου καθόταν απέναντι στο παλιό ταχυδρομείο και με αγνάντευε, εγώ περήφανη, που ήμουν μόνη  τάχα  στην αμμουδιά, τσαλαβουτούσα όλη την ώρα στο νερό, κάνοντας βουτιές και κατακόρυφα ώσπου στο τέλος βούλωναν τα αυτιά μου . Λιαζόμουν στην άμμο για να μαυρίσω χωρίς να νοιάζομαι αν οι ακτίνες του ήλιου ήταν επικίνδυνες και επιδείκνυα το μπλε μπικίνι, που μου είχε στείλει η νονά μου από την Αθήνα  με ύφος "εκατό Καρδιναλίων"
  Το απόγευμα μαζεύονταν και άλλα παιδιά και μπαίναμε στα βαθιά. Γελούσαμε γιατί γνωρίζαμε ότι  όπου και να πατούσαμε ήταν ρηχά, μέχρι ενός σημείου βέβαια αφού οι ιστορίες για την ύπαρξη πηγαδιών στον βυθό της, μας είχαν λίγο τρομοκρατήσει.
  Το  βράδυ πηγαίναμε στην «καντίνα» να φάμε σουβλάκι, καλαμάκι με ψωμάκι ψημένο, τα μετρούσα και αυτά μαζί με τα παγωτά και τα μπάνια καθώς τη δεκαετία του 80’ μόνο το καλοκαίρι μπορούσαμε να τα απολαύσουμε. Είχε όμως και αυτή η προσμονή τη γλύκα της, έδινε άλλη γεύση στο σουβλάκι και το παγωτό. Μετά παιχνίδι στο «Ηρώων» και δίπλα ακριβώς από αυτό στην «παιδική χαρά».  Οι γονείς ρέμβαζαν στα «Καράβια» ή γευμάτιζαν στην «Πίτσα» του Κεχριώτη και εμείς παίζαμε, γελούσαμε, τσακωνόμασταν και πάλι αγαπιόμασταν έτσι απλά και εύκολα, όπως μπορούν να κάνουν τα παιδιά.
  Τον χειμώνα βρισκόμασταν κάθε μεσημέρι στον «Συνεταιρισμό» , εγώ, η Καίτη, η Μάχη, η Μαρία, ο Σταμάτης, ο Παντελής, ο Κωστάκης……. «κλέφτες και αστυνόμοι», «στρατιωτάκια ακούνητα», «μήλα», «κρυφτοκυνηγητό» και ότι άλλο μπορεί να βάλει η φαντασία ενός παιδιού ….φτιάχναμε εστιατόρεια, σπίτια, κρυσφήγετα, σκαρφαλώναμε στα δέντρα , τις σκεπές, γέλια, φασαρία, τρέξιμο και σκόνη. Μαζευόμασταν μόνο για να δούμε στην τηλεόραση την εκπομπή «Ουράνιο Τόξο» και μόλις τελείωνε βγαίναμε πάλι έξω από την  Παναγία Ελευθερώτρια, μέχρι να ανάψει ο στύλος της ΔΕΗ...... η Παναγία Ελευθερώτρια, η παιδική μας φίλη. 
 Το βράδυ έπεφτα «ξερή» για ύπνο, ονειρευόμουν ότι πετώ στα σύννεφα, ανάλαφρη και ξέγνοιαστη………….ακόμα θυμάμαι τη φωνή της γιαγιάς μου, να αντηχεί στην γειτονιά, όταν με φώναζε χωρίς ιδιαίτερη αγωνία, τότε ήταν άλλοι οι καιροί, αλλά για να επιβεβαιώσει ότι είμαι εκεί κοντά και να συνεχίσει ήσυχη το πλέξιμο της.

Κείμενο: Σπυριδούλα Μπετσάνη
Φωτό: Μίνα Λυμπιτάκη

Monday, December 26, 2016

ΤΟ ΣΤΟΛΙΣΜΑ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ ΣΤΗ ΣΚΟΠΕΛΟ



........... Η νύφη όμως πολλά είχε να υποφέρει με το στόλισμα. Νωρίς το απόγευμα και αυτή, σαν έπαιρνε το λουτρό της με μόσκο και ροδόσταμο, την παραλάβαιναν οι φιλενάδες της με δυο τρεις , ειδικές στο ντύσιμο γυναίκες να τη στολίσουν. Τεχνίτριες πια του λόγου της σε τούτα.
    Το τι φορούσε η νύφη……λίγη υπομονή και αναπνοή βαθιά. Ούτε λίγα , ούτε πολλά. Έξι άσπρα κουλουβόλια, στη σειρά, φουστάνια δηλαδή και όλα με πανωκόρμι. Το πρώτο ήταν ένα λεπτό ολοβρόχινο σωφόρι με μακριά φαρδιά μανίκια, ένα κομπινεζόν να πούμε αραχνοϋφαντο, ασήμαντο σε μπούγιο, ντόπιας παραγωγής. Οι άκρες των μανικιών του ήταν κεντημένες με χρυσές ταντέλες και με μαργαρίτες και άλλα ξόμπλια όμορφα. 
   Πάνω από το σωφόρι, φορούσε το δεύτερο φουστάνι της, το «μαλακοφ» που λένε. Το μαλακόφ, κάτω στον ποδόγυρο έφερνε ραμμένο γύρω – γύρω ένα στεφάνι από ατσαλόσυρμα που έχει διάμετρο γύρω στους εβδομήντα πόντους, για να φουντώνουν γύρω της τα φουστάνια τα άλλα και το νυφικό της για να βαδίζει καλύτερα. 
   Πάνω από το μαλακόφ, φορούσε το τρίτο της κουλουβόλι, εξίσου σεβαστό σε όγκο με το δεύτερο. Τα δύο μαζί είχαν ως τριάντα πήχες ύφασμα. Όμως σαν να μην έφτανε το ζαλίκι τούτο, της φόρτωναν και άλλο τόσο. Τρία κουλουβόλια, ακόμα πάνω απανωτά, με είκοσι πήχες ύφασμα επιπλέον.
  Κάστρο η νύφη απόρθητο. Μα ακόμα δεν τελειώσαμε. Πάνω από όλα τούτα φορούσε πια το μαύρο , ατλαζένιο νυφικό της, το έβδομο στη σειρά φουστάνι το «Μόρκο» με τις φαρδιές μπρετέλες (ανωμίτες), που κούμπωναν στους ώμους. Το μόρκο με τους πολλούς πλισέδες που αρχίζουν από τη μασκάλης ως κάτω και με τα χίλια μύρια ξόμπλια του, τα χρυσάφια τα μεταξένια, ολόγυρα, λίγο πιο κάτω από τη μέση, που μοιάζουν λες του νησιού τη μαγεμένη άνοιξη με τα άλικα γαρίφαλα, τις ανεμώνες και τα γιασεμιά, ήταν βαρύ φουστάνι μα και βαρύτιμο πολύ.
    Είναι αλήθεια πως οι ώμοι της νύφης κόβονται. Τι βάρος! Τα γόνατα της λύγιζαν. Και αν ήταν καλοκαίρι, ασφυξία…όμως η νύφη άντεχε και το κουράγιο δεν απόλειπε. Για τέτοια χαρά, το τι δεν θα έδινε κανείς. Χαλάλι η κούραση και το φορτίο που σηκώνει.
 Και προχωράμε και πάλι δεν τελειώσαμε. Πάνω από το μόρκο, φορούσε ένα είδος κοντογιλέκου με τα μανίκια του κλειστά στην άκρη από γκρενά βελούδο, χρυσοκέντητα το «μπαμπουκλί». Τα μανίκια του από μέσα ήταν ντυμένα μ’ ένα στρώμα από μπαμπάκι για να φαντάζει η νύφη ότι έχει μπράτσα αφράτα και χοντρά. Γούστα ίσως εκείνου του καιρού. Μάλλον όμως λόγοι συμμετρίας το επέβαλλαν. Από τη μέση και κάτω η νύφη φρεγάτα αρματωμένη, ετοιμοτάξιδη να τη δεις, και πάνω χέρια τσάκνα. Άσχημο και αταίριαστο. Παχιά λοιπόν και αφράτα μπράτσα, έστω και μπαμπακένια. 
   Τέλος στα χέρια φορούσε άσπρα γάντια δίχως δάχτυλα και δαχτυλίδια διαμαντένια. Έτσι με τούτα τα στολίδια και με το «μπαμπουκλί», τα χρυσοκέντητα μανίκια και τις δαντέλες του πουκαμίσου, το άκρο χέρι, ως έπεφτε πάνω στου νυφικού το μαύρο φόντο, έδειχνε φανταχτερό και γραφικό. Μα και τα πόδια της νύφης όμορφα στολίζονταν. Της φορούσαν άσπρες κάλτσες πλεκτές και χρυσοκέντητες παντόφλες και όπως περπατούσε η νύφη, ανασηκώνοντας το μόρκο πότε – πότε τόνιζαν μια άλλη ταιριαστή ομορφιά στο σύνολο.
   Όμως η καλύτερη τεχνίτρια, την τέχνη της, την έβαζε στο στόλισμα του κεφαλιού της νύφης. Εκεί ήταν το δύσκολο. Έπρεπε όμως και η νύφη να προετοιμαστεί γι’ αυτό. Τις παραμονές του γάμου έβαφε με χόχλο τα μαλλιά της μαύρα, κορακίσια, ως και τα φρύδια της ακόμα, για να φαντάζει όμορφη, μαυροφρυδούσα Παναγιά σαν έμπαινε στο στεφάνι.
    Αυτά λοιπόν τα κορακίσια μαλλιά τα πλέκανε μικρά, λεπτούλια κοτσιδάκια και τα έδεναν με τον «μπονέ». Ο μπονές ήταν μαύρες κλωστές στριμμένες και πλεγμένες κοτσιδάκια, που δύσκολα ξεχώριζαν με εκείνα των μαλλιών. Πάνω από τον μπονέ καρφίτσωναν τα «τσατσάκια», κοτσιδάκια και τούτα δηλαδή  από χρυσόνημα πλεγμένα. Και πάνω απ’ όλα έριχναν τον «αέρα», ένα μικρό ολόλευκο μεταξωτό μαντήλι αεράτο. Όλα τα παραπάνω τα έδεναν στο κεφάλι με μια μαύρη βελουδένια κορδελίτσα, το «καπιτσέλι», περνώντας την κάτω από το σαγόνι. Έτσι και οι μπονέδες στεριώνονταν καλά μα και το πρόσωπο της νύφης έπαιρνε μια στρογγυλάδα και η νύφη φάνταζε φεγγάροπρόσωπη και ωραία. Τέλος μπροστά στο στήθος της κρεμούσαν μια ροζ πλατιά μεταξωτή κορδέλα , το «τσάτσαρο» και η νύφη έτοιμη για το γαμπρό.
    Την έβλεπε τώρα ο γαμπρός και ο νους του σάλευε, η τεχνίτρια καμάρωνε την τέχνη της, και οι φιλενάδες κρυφοδαγκάνονταν και ζήλευαν την ομορφάδα της, έτσι όπως την έβλεπαν στα χρυσά, ντυμένη νυφούλα, κυρά και αρχόντισσα. Ώρα όμως οι λαλητάδες, άρχιζαν του γάμου τα τραγούδια. Φούντωνε ο γαμπρός και η νύφη από γλυκιά συγκίνηση, γοργοχτυπούσαν οι καρδιές τους.


πηγή: Αρχείο Γυμνασίου Σκοπέλου "Καισάριος Δαπόντες"
Φωτογραφία: "Η Σκόπελος μέσα στον χρόνο"
Επιμέλεια: Σπυριδούλα Μπετσάνη
Για τον Π.Λ.Σ

Tuesday, December 6, 2016

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ......ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ.........ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ

   Σας ενημερώνουμε οτι στα ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ θα δημιουργηθούν 2 παιδικά τμήματα επιπλέον. Την Παρασκευή στις 18:30-20:30 και το Σάββατο 10:00-12:00. Παρακαλούνται οι γονείς, που έχουν τη δυνατότητα, για να γίνεται καλύτερα το μάθημα κυρίως προς όφελος των παιδιών, να μεταφέρουν τα παιδιά τους στα καινούρια τμήματα, διοτί στα ήδη υπάρχοντα υπάρχει πολύ μεγάλη προσέλευση μαθητών.
   Επίσης τα μαθήματα του Σαββάτου στις 10/12 , θα αναβληθούν για την Κυριακή 12:00-14:00 και 16:30-18:30, λόγω της γιορτής "Σκοπελοχριστούγεννα".
Ευχαριστούμε!!!!

Thursday, December 1, 2016

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ....του Θανάση Ν. Παπαευσταθίου

To τέλος της μικρής μας…πόλης.

   Γεννήθηκα στη Σκόπελο τέλη του 1958. Η πρώτη μου λοιπόν εικόνα της γενέτειρας μου γης, που απέχει πολύ από τη σημερινή της όψη, ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 60. Ποια ήταν λοιπόν η όψη της Σκοπέλου τότε;
   Μια παραλία στην οποία το Ηρώον ήταν αρκετά στην άκρη. Στην θέση της σημερινής προβλήτας (παλίο λιμάνι) μια μικρή προεξοχή για τις βάρκες, ο «κομμένος». Μεταξύ των 2 περιπτέρων (Καθηνιωτη – Λιθαδιώτη) λίγα παραδοσιακά καφενεία και λίγα εστιατόρια και ουζερί.
    Η Σκόπελος είχε τότε ένα έντονο παραδοσιακό νησιώτικο χρώμα, με τις γριές να φορούν τσ’ φστάνες με σπίτια και σοκάκια παραδοσιακά, που φαίνονταν υπέροχα από την Αμπελική, που ήταν ο τόπος των σχολικών μας εκδρομών. Είχε και 2 δημοτικά και ένα κτίριο για το γυμνάσιο αληθινά στολίδια. Είχε όμως και φτώχεια το νησί που  ανάγκαζε πολλούς νησιώτες να μπαρκάρουν ή να μεταναστεύουν κατά ομάδες στην Αμερική ή στις συνοικίες των Αθηνών.
    Δύο οικονομικούς άξονες διέθετε κύρια το νησί. Δαμάσκηνο και ελιά. Κάθε Αύγουστο δεν υπήρχε ψυχή στην παραλία.  Όλοι στην εξοχή, στα καλύβια με τη σκοπελίτικη φύση να αναδύει από παντού τη μυρωδιά του καρπού, που λιάζονταν ή ψήνονταν. Τελειώνοντας τα δαμάσκηνα άρχιζε η εποχή της ελιάς. Στο δρόμο της Ελευθερώτριας, εκτός από το Συνεταιρισμό, υπήρχα 2 ακόμη παραδοσιακά λιοτρύβια. Και από όσα έχω ακούσει, πριν το 60 υπήρχαν πολλά διασκορπισμένα σε όλο το νησί.
    Στο δρόμο της Ελευθερώτριας λοιπόν  και στα γύρω στενά υπήρχαν πολλές αποθήκες, που οι ιδιοκτήτες τους αγόραζα βρώσιμη ελιά. Κάθε απόγευμα, μετά τις 4 τέτοια εποχή, τα πλακόστρωτα αντηχούσαν από το ποδοβολητό των μουλαριών, που έφερναν στην πόλη τον ευλογημένο καρπό.
   Συγκοινωνία εκτός του νησιού είχαμε μόνο με τα μονοπάτια. Θυμάμαι κάποια πρωινά , πόση κίνηση είχε ο δρόμος Αλούπι – Αγ. Παρασκευή. Όσο για θαλάσσια συγκοινωνία 2 καϊκια ο «Πασχάλης» και η «Κατερίνα», ήθελαν 10 ώρες και μπουνάτσα για να φτάσουν στο Βόλο. Ήταν βέβαια αραιά – αραιά και ο «Κύκνος», ένα όμορφο σκαρί , που όμως αποβίβαζε τους επιβάτες σε βάρκες από αρκετή απόσταση έξω από το λιμάνι.
    Φτώχεια και δυσκολίες λοιπόν, αλλά άνθρωποι ντόμπροι, που όταν τους δινόταν η ευκαιρία γλεντούσαν. Στα δεκάδες πανηγύρια, στις γιορτές και στις ανάπαυλες από τις αγροτικές εργασίες. Προπάντων όμως την Αποκριά. Τότε υπήρχα αληθινοί μύστες του Διόνυσου, που σε κάθε ευκαιρία διακωμωδούσαν τα πάντα.
   Και μια θάλασσα πεντακάθαρη. Με μιαν άμμο δίπλα στο λιμάνι να είναι το σχολείο , όπου μάθαμε κολύμπι. Με έναν όρμο γεμάτο λιθρίνια – σαργούς – μουρμούρες. Με αστακούς, καραβίδες καβούρες σε τιμές προσιτές. Και με ακτές σαν το Λιμνονάρι ή τον Πάνορμο έρημες όπου μαζεύαμε κοχύλια και καβούρια.
    Είχε και  τους τουρίστες της τότε η Σκόπελος. Λίγους φανατικούς του νησιού θαυμαστές, που υποθέτω περνούσαν καλά, αφού οι κάτοικοι ήταν φιλόξενοι και τους περισσότερους τους ήξερα με τα μικρά τους ονόματα.
   Το τέλος της μικρής μου πόλης, όπως τη γνώρισα στα πρώτα μου δειλά βήματα στη ζωή συνέβη στις 9 Μαρτίου 1965. Στο σινεμά ο θεατρικός θίασος της Γκέλυς Μαυροπούλου. Εγώ μαθητής στη Α’ Δημοτικού, ήμουν στις πρώτες θέσεις, που παραδοσιακά ανήκαν στους πιτσιρικάδες. Κι  ένιωσα και εγώ μαζί με εκατοντάδες συμπατριώτες που ήμασταν μέσα εκεί, τη Γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου απ’ τα 6,4 Ρίχτερ. Είδα στο δρόμο, που πετάχτηκα σε λίγο σκεπές να σωριάζονται  και από παντού να βρέχει ….τούβλα και κεραμίδια. Και από την άλλη μέρα, ψηλά από τον μύλο του Μπαλαλά, όπου είχαμε στήσει τις σκηνές αντίκρισα από μακριά  το κάτω σχολείο μας στη Φανερωμένη μαχαιρωμένο στη μέση από τη μανία του Εγκέλαδου.
Υγ . Ο τίτλος δανεισμένος από ομώνυμο βιβλίο του Δ. Χατζή.



Θανάσης  Ν. Παπαευσταθίου.